martes, 30 de mayo de 2017

HOY FIRMA: NATASA LAMBROU. "JOSÉ MARÍA ÁLVAREZ: TRADUCTOR, CREADOR, MAESTRO"


 JOSÉ MARÍA ÁLVAREZ:
TRADUCTOR, CREADOR, MAESTRO


Desde el segundo año de la universidad tenía leídas algunas de las traducciones que José María Álvarez había preparado sobre la poesía del poeta alejandrino Konstantino Kavafis. La verdad es que las leí sólo por curiosidad puesto que la obra de Kavafis está escrita en mi lengua materna. Aunque no sabía bien la lengua castellana en aquel momento, las traducciones me encantaron porque siguen la norma que Álvarez considera correcta: en muchos casos José María cita a su querido Borges diciendo que “una traducción debe ser literaria y no literal”. En la poesía eso sale aún más esencial, ahora lo entiendo mejor que antes…



En el cuarto año tuve que estudiar a fondo la literatura de la postguerra y así empecé a leer la obra poética alvareziana. No puedo decir que lo leí todo, en aquel entonces me parecía imposible leerlo todo y además tenía que estudiar más autores del período. Sin embargo, las raíces ya estaban echadas… Poco a poco empecé a indagar en la obra de Álvarez. Su amor por la Grecia clásica, por Kavafis, sus referencias a la cultura de los mas media, sus citas al principio de cada poema, todo eso era para mí algo nuevo. Los epígrafes de los poemas alvarezianos resultan muy enriquecedores e interesantes.
Hace unos pocos meses traduje al griego moderno unos poemas suyos para La Galla Ciencia. Y entonces entendí, por primera vez, la importancia de traducir a un Maestro del nivel de José María Álvarez porque eso resultó ser para mí la figura del novísimo, un Maestro con la m mayúscula.


El año pasado viajé a Murcia, por motivos académicos, y conocí al Maestro en persona. La figura del Poeta volvió a ser un “Pigmalión” literario para mí: un hombre encantador, fascinante y a la vez, sobre todo y ante todo, un Maestro.


Natasa Lambrou



La esclava instruida (fragmento)

Hace unos días me acordé mucho de ti. Porque estuve cenando con unos amigos y salió un tema sobre el que hemos conversado a veces: esa exaltación que el hombre puede sentir en batallas, en aquellas antiguas cargas a caballo, o hasta hoy, en cualquier situación en que la vida le haga sentir que está participando en algo acaso inolvidable. ¿Sabes? Me di cuenta de que lo que ya es difícilmente concebible es precisamente esa emoción. Supongo que nuestro tiempo la ha substituido por otras, “sin”, ruines.

Hay miedo, aturde lo que por excepcional, diferencia. No es raro en un rebaño cada día más dócil, más sutilmente amaestrado. Al fin y al cabo de esa mansedumbre viven los indeseables. Pero que tres amigos, a quienes yo consideraba muy ajenos a ese deplorable sometimiento, expresaran ideas tan baratas me preocupó (…) Que una civilización execrable y moribunda cuente entre los achaques de su cobardía, el menosprecio por lo que un hombre puede sentir en una situación de esas que cierto filme fijaba diciendo: “Abra usted bien los ojos, porque se seguirá hablando de este día mucho después de que usted y yo y nuestros hijos y los hijos de nuestro hijos hayan muerto. ¿Y quiere que le diga algo? Me emociona vivir ese día”, y que esa vileza hubiese alcanzado a unos amigos (de los que tenías sobradas pruebas de inteligencia), aparte de disminuir el gozo de aquella sobremesa ante un magnífico Oporto –esa suntuosa joya del silencio como decía Luján (cuánto te gustaba esa frase)-, me llevó a sombrías reflexiones sobre el estrechamiento del cerco por parte de los cretinos. Si hubieras estado presente –tienes menos paciencia que yo-, hubieras acabado la conversación con uno de tus “Esto es aburrido, que es lo peor que algo puede ser”.  Traté al principio de razonar, pero vi que era inútil (…)

Me despedí con tristeza. Te eché mucho de menos. Cogí el coche y me fui a la playa. Desayuné contemplando la belleza de las aguas. Recordé algo que tú me habías dicho: “Es el mismo problema que el arte o el amor y, si me apuras, que la elección de un vestido, o tú de una corbata: se trata de sentir en la piel lo que nos hace memorables”.

Sí, era lo mismo que alguien dijo en el alcázar del Victory en el corazón de una batalla: “Esto es el Infierno, caballeros. Pero por nada del mundo quisiera estar ahora en otro sitio”. Pues esa sensación que tú decías, en la piel, ese mismo roce del viento de la vida, es lo que yo sentía cuando estábamos juntos en la cama. Pero no sólo en la cama: la sentía cuando te miraba moverte, vivir, reír. La sensación de estar vivo, de que todo cuanto soy se estremecía en ese vértigo de amor y placer.



Η εκπαιδευμένη σκλάβα

Πριν μερικές μέρες σε θυμήθηκα έντονα. Επειδή έτρωγα με κάτι φίλους και προέκυψε ένα θέμα το οποίο έχουμε συζητήσει μερικές φορές: αυτή η έξαψη που ο άντρας μπορεί να αισθανθεί στη μάχη, σε αυτές τις παλιές επιθέσεις του ιππικού, ή μέχρι και σήμερα, σε οποιαδήποτε κατάσταση που η ζωή μάς κάνει να αισθανθούμε ότι συμμετέχουμε  σε κάτι μάλλον αξέχαστο. Ξέρεις, κατάλαβα ότι αυτό που είναι δύσκολο να συλλάβουμε είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση. Υποθέτω ότι στις μέρες μας έχει αντικατασταθεί από άλλες, «δήθεν», ευτελείς.

Υπάρχει φόβος, σαστίζει αυτό που κατ’ εξαίρεση, διαφέρει. Δεν είναι σπάνιο σε ένα κοπάδι κάθε μέρα πιο πειθήνιο, πιο διακριτικά καταρτισμένο. Στο τέλος τέλος απ’ αυτόν τον όχλο ζουν οι ανεπιθύμητοι. Όμως το γεγονός ότι τρεις φίλοι, τους οποίους εγώ θεωρούσα άσχετους με αυτήν την αξιοθρήνητη υποταγή, εξέφρασαν τόσο φτηνές ιδέες με έκανε να ανησυχώ (…) Το γεγονός ότι ένας απεχθής και ετοιμοθάνατος πολιτισμός υπολογίζει ανάμεσα στις προφάσεις της ανανδρίας του, την περιφρόνηση την οποία μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί σε μία απ’ αυτές τις περιστάσεις που μία συγκεκριμένη ταινία έλεγε προσεκτικά: «Ανοίξτε εσείς καλά τα μάτια σας επειδή θα συνεχίσουμε να μιλάμε για αυτή τη μέρα πολύ καιρό μετά που εσείς κι εγώ και τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας θα έχουν πεθάνει. Και θέλετε να σας πω και τ’ άλλο; Συγκινούμαι που ζω αυτή τη μέρα», και που αυτή η αχρειότητα θα έχει προλάβει κάποιους φίλους (αυτών που είχες περίσσιες αποδείξεις εξυπνάδας), εκτός από τη μείωση της απόλαυσης εκείνης της κουβεντούλας μπροστά σε ένα εξαίσιο Πόρτο – αυτό το μεγαλοπρεπές κόσμημα της σιγής όπως έλεγε και ο Λουχάν (πόσο σου άρεσε αυτή η φράση)-, μ’ έβαλε σε ζοφερές σκέψεις σχετικά με τη στενή πολιορκία απ’ την πλευρά των κρετίνων. Αν ήσουν εκεί – έχεις λιγότερη υπομονή από μένα-, θα είχες τελειώσει τη συζήτηση μ’ ένα απ’ αυτά τα «Αυτό είναι βαρετό, είναι το χειρότερο που μπορεί να είναι κάτι». Στην αρχή προσπάθησα να δικαιολογηθώ, είδα όμως πως ήταν ανώφελο (…)

Αποχαιρέτησα με λύπη. Μου έλειψες πολύ. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στην παραλία. Προγευμάτισα ατενίζοντας την ομορφιά των υδάτων. Θυμήθηκα κάτι που εσύ μου είχες πει: «Είναι το ίδιο πρόβλημα με την τέχνη και την αγάπη και, αν το παρατραβήξεις, με την επιλογή ενός φορέματος, ή για σένα με την επιλογή μιας γραβάτας: έχει να κάνει με την αίσθηση στο δέρμα αυτού που μας κάνει αξιομνημόνευτους».

Ναι, ήταν το ίδιο που κάποιος είπε στο φρούριο της Νίκης στην καρδιά μιας μάχης: «Αυτό είναι η Κόλαση, κύριοι. Αλλά για τίποτα στον κόσμο δε θα ήθελα τώρα να βρισκόμουν σε κάποιο άλλο μέρος». Επειδή αυτή η αίσθηση που εσύ έλεγες, στο δέρμα, αυτό το ίδιο άγγιγμα του ανέμου της ζωής, είναι αυτό που εγώ αισθανόμουν όταν ήμασταν παρέα στο κρεβάτι. Όμως όχι μόνο στο κρεβάτι: την αισθανόμουν όταν σε κοιτούσα να κινείσαι, να ζεις, να γελάς. Η αίσθηση ότι είμαι ζωντανός, ότι όλα όσα είμαι, αναριγούσαν σ’ αυτή την παραζάλη του έρωτα και της ευχαρίστησης.




DIVERSAS INSTRUCCIONES CURIOSAS


   Convencional es el héroe
         SERGEI ESSÉNIN

Amo los críticos que tienen una cabeza y una anticabeza
     ANDREÏ VOZNESSENSKY

¡Hermoso y cierto cielo, contempla cómo cambio!
PAUL VALÉRY


He aquí la misma
Cabra que diera leche
A los fenicios El
Ave de Asdrúbal
El olivo plantado
Por aquel legionario
De las Galias dona
Su fruto igual
Y tritúrase fino
Con la enorme
Redonda piedra He
Aquí las tierras
Que Ulises el astuto
Navegó
Las aguas
Por las que tantos barcos
Tantos hombres vinieron
Bajo el mismo destino
Que convertirá nuestros sueños
En arena

(De Museo de Cera)



ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΞΙΟΠΕΡΙΕΡΓΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
          
              Συμβατικός είναι ο ήρωας
         ΣΕΡΓΚΕΙ ΓΕΣΕΝΙΝ

Λατρεύω τους κριτικούς που έχουν μυαλό και αντιμυαλό
    ΑΝΤΡΕΙ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

Όμορφε και ξάστερε ουρανέ, δες πώς αλλάζω!
ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ



Και να εδώ η ίδια
Κατσίκα που γάλα θα ’δινε
Στους Φοίνικες Το
Πτηνό του Ασδρούβα
Η ελιά που φυτεύτηκε
Από ’κείνον το λεγεωνάριο
Της Γαλατίας δωρίζει
Όμοια τον καρπό της
Και την ψιλοαλέθουν
Με την τεράστια
Στρογγυλή πέτρα Και να
Εδώ οι χώρες
Που ο πανούργος Οδυσσέας
Αρμένισε
Τα νερά
Απ’ τα οποία τόσα καράβια
Τόσοι άνθρωποι ήρθαν
Κάτω απ’ την ίδια μοίρα
Που θα μετατρέψει τα όνειρά μας
Σάμμο



THE MORTAL MOON HATH HER ECLIPSE ENDUR’D


La interminable, estéril, manoseada
noche.
Los laberintos abotagados
del insomnio.
Esas cavernas caóticas
donde aparecen versos, rostros
que alguna vez amaste y que sigues
amando,
y cosas que no sabes a qué mundo pertenecen.
Y palpas las tinieblas.
Piensas –te recreas en ello–
en algo que dijo Valéry:
la belleza que nos vuelve
mudos de admiración,
y que es a eso a que debemos
tender, no a confundirlo
con la mudez del estupor.
Como a cámara lenta
vuelve el rostro de mi abuela muerta
y de pronto sus ojos que se abren.
Y palpas las tinieblas,
ya sin amor, ya sin otro deseo
que el sueño, esa otra imagen
de la Muerte
que Shakespeare vio.

(De Seek to know no more)



THE MORTAL MOON HATH HER ECLIPSE ENDUR’D


Η ατελείωτη, στείρα, θωπευτική
νυχτιά.
Οι λαβύρινθοι πρησμένοι
απ’ την αϋπνία.
Αυτές οι χαοτικές σπηλιές
που εμφανίζονται στίχοι, πρόσωπα
που κάποτε αγάπησες και που συνεχίζεις
ν’ αγαπάς,
και πράγματα που δεν ξέρεις σε ποιον κόσμο ανήκουν.
Κι αγγίζεις το έρεβος.
Σκέφτεσαι-αναδημιουργείσαι μέσα του-
σε κάτι που είπε ο Βαλερύ:
η ομορφιά που μας αφήνει
βουβούς από θαυμασμό,
και είναι σ’ αυτό που οφείλουμε
να οδηγηθούμε, όχι να το μπλέξουμε          
με τη βουβαμάρα της κατάπληξης.
Σαν σε αργή κίνηση
γυρνά το πρόσωπο της πεθαμένης μου γιαγιάς
και ξαφνικά τα μάτια της που ανοίγουν.
Κι αγγίζεις το έρεβος,
δίχως αγάπη πια, δίχως άλλη λαχτάρα πια
απ’ τ’ όνειρο, αυτή την άλλη εικόνα
του Θανάτου
που είδε ο Σαίξπηρ.



.

No hay comentarios: